Στην πολιτεία του Τενεσί, μια έδρα που για δεκαετίες θεωρούνταν «καρφωμένη» στο κόμμα των Ρεπουμπλικάνων διανύει σήμερα κρίσιμη καμπή, καθώς η υποψήφια των Δημοκρατικών Afreen Bain εμφανίζεται ικανή να ανατρέψει τα δεδομένα — και να θέσει σε αμφισβήτηση την πολιτική κυριαρχία Donald Trump στην περιοχή.
Η δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε πριν λίγες ημέρες για λογαριασμό του ιστότοπου TheHill δείχνει την 36χρονη Bain να συγκεντρώνει το 47% των προτιμήσεων των ψηφοφόρων, σε απόσταση αναπνοής από τον ρεπουμπλικάνο αντίπαλό της, Matt van Epps — μια εξέλιξη που μόνο ως «ανατροπή» μπορεί να χαρακτηριστεί, δεδομένου ότι το Τενεσί στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές είχε γείρει υπέρ των Ρεπουμπλικάνων με διαφορά μεγαλύτερη των 20 ποσοστιαίων μονάδων.
Η έδρα της 7ης ομοσπονδιακής περιφέρειας, που διεκδικείται, θεωρούνταν παραδοσιακά ρωμαλέο προπύργιο του GOP· τα τελευταία χρόνια όμως, η αλλαγή του εκλογικού σώματος, η κόπωση από οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, και η αίσθηση ότι οι παραδοσιακές δυνάμεις δεν προσφέρουν λύσεις, έχουν ανοίξει ρωγμές στην «κόκκινη οχύρωση».
Η ανατροπή αυτή έχει προκαλέσει «σεισμό» στα πολιτικά επιτελεία: από τον Λευκό Οίκο μέχρι τα κεντρικά γραφεία των Ρεπουμπλικάνων, ενεργοποιήθηκαν ήδη μηχανισμοί στήριξης του van Epps. Ο ίδιος ο Τραμπ μέσω κοινωνικών δικτύων κάλεσε τους οπαδούς του να ψηφίσουν «μαζικά» τον υποψήφιό του, κάνοντας λόγο για «μάχη για την ψυχή της Αμερικής».
Οι Δημοκρατικοί από τη μεριά τους έχουν ρίξει όλο τους το βάρος στην υποψήφια Bain, επενδύοντας στην ανανέωση, στη διεύρυνση της συμμετοχής — και στην ελπίδα ότι η αναστάτωση που έφεραν οι πολιτικές των Ρεπουμπλικάνων τα τελευταία χρόνια μπορεί να μεταφραστεί σε ψήφους. Εκτός από παραδοσιακά κατοικημένες περιοχές, επικεντρώνονται στους νέους, στις πόλεις, στους απλούς εργαζόμενους που νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται πια.
Αν η Bain καταφέρει να κερδίσει, το πλήγμα για το GOP δεν θα είναι μόνο συμβολικό αλλά και πρακτικό: η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα κρέμεται κυριολεκτικά από μια — μόλις — έδρα. Η πολιτική ισορροπία στην Ουάσιγκτον θα μπορούσε να ανατραπεί, με πιθανές συνέπειες για τη νομοθετική ατζέντα της κυβέρνησης Τραμπ και για την ικανότητά της να προωθεί μεταρρυθμίσεις.